διέρχομαι

διέρχομαι / διεξ|έρχομαι ['проходить'] 1. идти сквозь; 2. изучать (проблему, книгу)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "διέρχομαι" в других словарях:

  • διέρχομαι — διέρχομαι, διήλθα βλ. πίν. 214 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διέρχομαι — go through pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέρχομαι — (AM διέρχομαι) [έρχομαι] 1. περνώ ανάμεσα 2. (αμτβ.) (για χρόνο) περνώ 3. (για σωματικά και ψυχικά πάθη) υποφέρω, περνώ νεοελλ. 1. (με ουσ. που δηλώνει χρόνο) κάνω κάτι στη διάρκεια τού χρόνου που δηλώνει το ουσιαστικό («διέρχεται τον καιρό του… …   Dictionary of Greek

  • διέρχεσθον — διέρχομαι go through pres imperat mp 2nd dual διέρχομαι go through pres ind mp 3rd dual διέρχομαι go through pres ind mp 2nd dual διέρχομαι go through imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέλθετε — διέρχομαι go through aor subj act 2nd pl (epic) διέρχομαι go through aor imperat act 2nd pl διέρχομαι go through aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέλθω — διέρχομαι go through aor subj act 1st sg διέρχομαι go through aor subj act 1st sg διέρχομαι go through aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέλθῃ — διέρχομαι go through aor subj mid 2nd sg διέρχομαι go through aor subj act 3rd sg διέρχομαι go through aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέρχεσθε — διέρχομαι go through pres imperat mp 2nd pl διέρχομαι go through pres ind mp 2nd pl διέρχομαι go through imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίελθε — διέρχομαι go through aor imperat act 2nd sg διέρχομαι go through aor ind act 3rd sg (homeric ionic) διέρχομαι go through aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεληλυθότα — διέρχομαι go through perf part act neut nom/voc/acc pl διέρχομαι go through perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διελθόν — διέρχομαι go through aor part act masc voc sg διέρχομαι go through aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.